Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Ο Θεός εἶναι μυστήριο καί ὅπως κάθε μυστήριο μᾶς ξεπερνᾶ (παραχώρηση, παίδευση , οἰκονομία).

«Δίκαιος εἶ Κύριε, καί εὐθεῖαι αἵ κρίσεις σου.» (Ψαλμ. ΡΙΗ, 137).

      1. Προσευχόμαστε καί περιμένουμε μέ πόθο καί ἀγωνία τή λύτρωση.

     Πολλές φορές στή ζωή μας, ἀγαπητοί ἀδελφοί, βιώνουμε καταστάσεις δύσκολες. Ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ διάφορα προβλήματα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Καταστάσεις πού δημιουργοῦν δεδομένα τά ὁποία μᾶς ξεπερνοῦν. Πού δέν μποροῦμε νά τά ἀντιμετωπίσουμε μόνοι μας. Τότε ἐπιζητοῦμε μιά βοήθεια, ἕνα στήριγμα. Τότε στρεφόμαστε καί πρός τό Θεό καί ζητοῦμε τή βοήθειά Του. Προσευχόμαστε καί περιμένουμε μέ πόθο καί ἀγωνία τή λύτρωση. Πολλές φορές τή βρίσκουμε. Ὅμως καί πολλές φορές δέν τή βρίσκουμε. Ὁ Θεός φαίνεται πώς δέν μᾶς προσέχει, πώς δέν ἀκούει τίς προσευχές μας.
      Τότε μπορεῖ νά μποῦμε σέ μεγάλο πειρασμό ὡς πρός τήν πίστη μας καί νά ἀναλογιστοῦμε: « ...Μά ποῦ εἶναι ὁ Θεός! Χάθηκε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο; Ποῦ εἶναι ἡ δύναμή Του, ἡ φιλανθρωπία Του, τά θαύματά Του; Δέ βλέπει τό πρόβλημά μου; Δέν ἀκούει τίς παρακλήσεις μου; Γιατί δέ μέ βοηθάει; Γιατί δέ δίνει λύση στό πρόβλημα μου; Τόσα θαύματα περιγράφονται μέσα στό εὐαγγέλιο, γιατί δέ γίνεται ἕνα τώρα καί σέ μένα; Γιατί δέν μέ εὐσπλαχνίζεται καί ἐμένα τό παιδί Του; Μήπως τελικά δέν εἶναι φιλεύσπλαχνος ἀλλά ἄσπλαχνος;...»

        2. Εἴμαστε λίγοι καί ἀδύναμοι νά ἐρμηνεύσουμε τό πῶς καί τό γιατί...

       Ἐκείνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς πέρασε ἀπό μιά πόλη πού τήν λέγανε Ναΐν ἀκολουθούμενος ἀπό τούς μαθητές Του καί πολύ κόσμο. Φτάνοντας στήν εἴσοδο τῆς πόλεως συναντᾶται μέ μία νεκρική πομπή, ἡ ὁποία συνόδευε στήν τελευταία του κατοικία νεαρό ἀγόρι, μοναχοπαίδι τῆς χήρας μάνας του. Βλέποντας ὁ Κύριος τήν μητέρα τή συμπόνεσε, τήν εὐσπλαχνίσθηκε καί τῆς εἶπε: «Μή κλαῖς!» Ἀμμέσως πλησίασε τό φέρετρο, σταμάτησαν οἱ ἄνθρωποι πού τό κουβαλούσαν, ἀκούμπησε τό νεκρό ἀγόρι καί εἶπε: «Νεαρέ! Σέ ἐσένα μιλάω! Σήκω πάνω!» Ἀμμέσως ὁ νεαρός ἀνασηκώθηκε μέσα ἀπό τό φέρετρο καί ἄρχισε νά μιλᾶ. Ὁ Κύριος παρέδωσε τό παιδί ζωντανό πλέον στή μητέρα του. Φόβος κατέλαβε ὅλους ὅσους ἦταν ἐκεῖ καί ἄρχισαν νά δοξάζουν τό Θεό λέγοντας ὅτι μεγάλος προφήτης ἐφάνηκε μέσα στό Ἰσραήλ καί πώς ὁ Θεός ἐπισκέφθηκε τό λαό Του!

      Ὅπως λοιπόν μᾶς ἀφηγεῖται ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ὁ Θεός δέν μένει ἀδιάφορος ἀπέναντι στήν ἀνθρώπινη δυστυχία, στόν ἀνθρώπινο πόνο. Πῶς λοιπόν νά ἐρμηνεύσουμε τό ὅτι κάποτε ὁ Θεός δέν μᾶς συντρέχει, δέν μᾶς κάνει τό λυτρωτικό θαῦμα πού ζητᾶμε; Νά μήν τό ἐρμηνεύσουμε ἀλλά νά σκεφθοῦμε καί νά ποῦμε ἀφοῦ τό καταλάβουμε καλά, ὅτι ὁ Θεός εἶναι μυστήριο καί ὅπως κάθε μυστήριο μᾶς ξεπερνᾶ. Ὅτι εἴμαστε λίγοι καί ἀδύναμοι νά ἐρμηνεύσουμε τό πῶς καί τό γιατί ὁποιουδήποτε γεγονότος ταλαιπωρεῖ τή ζωή μας. Ἡ ὅποια ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς, ὑπάρχει μέσα στό γενικότερο μυστήριο πού Τόν ἀφορᾶ. Τό τέλειο παράδειγμα γι αὐτό εἶναι ἡ ἀκόλουθη ἱστορία ἀπό τό γεροντικό, μέ τήν ὁποία θά κλείσουμε τό σημερινό κήρυγμά μας.

       3. Εἶναι ἀνεξερεύνητη καί ἀνεξιχνίαστη ἡ προνοητική διακυβέρνηση τοῦ Θεοῦ.

      Ἕνας ἀσκητής βλέποντας τήν ἀδικία πού ὑπάρχει στόν κόσμο προσευχόταν στό Θεό καί τοῦ ζητοῦσε νά τοῦ ἀποκαλύψει τό λόγο πού δίκαιοι καί εὐλαβεῖς ἄνθρωποι δυστυχοῦν καί βασανίζονται ἄδικα, ἐνῶ ἄδικοι καί ἁμαρτωλοί πλουτίζουν καί ἀναπαύονται. Ἐνώ προσευχόταν ὁ ἀσκητής νά τοῦ ἀποκαλύψει τό μυστήριο, ἄκουσε φωνή πού τοῦ ἔλεγε: «Μή ζητᾶς ἐκείνα πού δέ φτάνει ὁ νοῦς σου καί ἡ δύναμη τῆς γνώσης σου. Οὖτε νά ἐρευνᾶς τά ἀπόκρυφα , γιατί τά κρίματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄβυσσος. Ἀλλά ἐπειδή ζήτησες νά μάθεις, κατέβα στόν κόσμο καί κάθισε σ’ἕνα μέρος καί πρόσεχε αὐτά πού θά δεῖς, γιά νά καταλάβεις ἀπό τή μικρή αὐτή δοκιμή, ἕνα μικρό μέρος ἀπό τίς κρίσεις τοῦ Θεοῦ. Θά γνωρίσεις τότε ὅτι εἶναι ἀνεξερεύνητη καί ἀνεξιχνίαστη ἡ προνοητική διακυβέρνηση τοῦ Θεοῦ γιά ὅλα.

        Ὁ γέροντας, ὅταν τ' ἄκουσε αὐτά, κατέβηκε μέ πολλή προσοχή στόν κόσμο κι ἔφτασε σ' ἕνα λιβάδι πού τό διέσχιζε ἕνας πολυσύχναστος δρόμος. Ἐκεῖ κοντά ἦταν μία βρύση κι ἕνα γέρικο δέντρο, στήν κουφάλα τοῦ ὁποίου μπῆκε ὁ γέροντας καί κρύφτηκε καλά. Μετά ἀπό λίγο πέρασε ἔνας πλούσιος πάνω στό ἀλογό του. Σταμάτησε γιά λίγο στή βρύση, γιά νά πιεῖ νερό καί νά ξεκουραστεῖ. Ἀφοῦ ξεδίψασε, ἔβγαλε ἀπό τήν τσέπη του ἕνα πουγκί μέ ἐκατό φλουριά καί τά μετροῦσε. Ὅταν τελείωσε τό μέτρημα, θέλησε πάλι νά τά βάλει στή θέση τους. Χωρίς ὅμως νά τό καταλάβει, τό πουγκί ἔπεσε στά χόρτα. Ἔφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε καί μετά καβαλίκεψε τό ἄλογο κι ἔφυγε χωρίς ν' ἀντιληφθεί τίποτα γιά τά φλουριά. Μετά ἀπό λίγο ἦρθε ἄλλος περαστικός στή βρύση, βρῆκε τό πουγκί μέ τά φλουριά, τό πῆρε κι ἔφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τά χωράφια. Πέρασε λίγη ὥρα καί φάνηκε ἄλλος περαστικός. Κουρασμένος, ὄπως ἦταν, σταμάτησε κι αὐτός στή βρύση, πῆρε λίγο νεράκι, ἔβγαλε καί λίγο ψωμάκι ἀπό ἕνα μαντήλι καί κάθισε νά φάει.

       Τήν ὥρα, πού ὁ φτωχός ἐκεῖνος ἔτρωγε, φάνηκε ὁ πλούσιος καβαλάρης ἐξαγριωμένος, μέ ἀλλοιωμένο τό πρόσωπο ἀπό ὀργή, καί ὅρμισε ἐπάνω του. Μέ θυμό φώναζε νά τοῦ δώσει τά φλουριά του. Ὁ φτωχός, μή ἔχοντας ἱδέα γιά τά φλουριά, διαβεβαίωνε μέ ὄρκους πώς δέν εἶδε τέτοιο πρᾶγμα. Ἐκείνος ὅμως, ὅπως ἦταν θυμωμένος, ἄρχισε νά τόν δέρνει καί νά τόν χτυπᾶ, μέχρι πού τόν θανάτωσε. Ἔψαξε μετά ὅλα τά ροῡχα τοῦ φτωχοῦ, δέν βρῆκε τίποτα καί ἔφυγε λυπημένος. Ὁ γέροντας ἐκεῖνος τά ἔβλεπε ὅλα αὐτά μέσα ἀπ' τήν κουφάλα καί θαύμαζε. Λυπόταν πολύ κι ἔκλαιγε γιά τόν ἄδικο φόνο πού εἶδε καί προσευχόμενος στόν Κύριο, ἔλεγε: ‐ Κύριε, τί σημαίνει αὐτό τό θέλημά Σου; Γνώρισέ μου, Σέ παρακαλῶ, πῶς ὑπομένει ἡ ἀγαθότητα Σου τέτοια ἀδικία. ἄλλος ἔχασε τά φλουριά, ἄλλος τά βρῆκε κι ἄλλος ἄδικα φονεύθηκε!

       Ἐνῶ ὁ γέροντας προσευχόταν μέ δάκρυα, κατέβηκε ὁ ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε: Μή λυπάσαι, γέροντα, οὖτε νά σοῦ κακοφαίνεται καί νά νομίζεις ὅτι ὅλα αὐτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεοῦ. Ἀλλά ἀπ' αὐτά πού συμβαίνουν, ἄλλα γίνονται κατά παραχώρηση, ἄλλα γιά παίδευση κι ἄλλα κατά οἰκονομία. ἄκουσε λοιπόν: Αὐτός πού ἔχασε τά φλουριά εἶναι γείτονας ἐκείνου πού τά βρῆκε. Ὁ τελευταῖος εἶχε ἕνα περιβόλι ἀξίας ἐκατό φλουριῶν. Ὁ πλούσιος, ἐπειδή ἦταν πλεονέκτης, τόν ἐξανάγκασε νά τοῦ τό δώσει γιά πενήντα φλουριά. Ὁ φτωχός ἐκείνος, μή ἔχοντας τί νά κάνει, παρακαλοῦσε τό Θεό νά κάνει τήν ἐκδίκηση. Γι' αὐτό καί οἰκονόμησε ὁ Θεός καί τοῦ τά ἔδωσε διπλά.

        Ἐκείνος, πάλι, ὁ φτωχός, ὁ κουρασμένος, πού δέν βρῆκε τίποτα καί φονεύτηκε ἄδικα, εἶχε κάνει μιά φορά φόνο. Μετανόησε ὅμως εἰλικρινά καί σ' ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του τά ἔργα του ἦταν χριστιανικά καί θεάρεστα. Διαρκῶς παρακαλοῦσε τό Θεό νά τόν συγχωρέσει γιά τό φόνο πού διέπραξε καί συνήθιζε νά λέει: «Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού ἔδωσα, ἵδιο νά μοῦ δώσεις!». Βέβαια, ὁ Κύριός μας τόν εἶχε συγχωρέσει ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἐκδήλωσε τή μετάνοιά του. Συγκινήθηκε ὅμως ἱδιαίτερα ἀπό τό φιλότιμο τοῦ παιδιοῦ του, τό ὁποίο ὄχι μόνο φρόντιζε γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν του, ἀλλά ἤθελε καί νά πληρώσει γιά τό παλιό του φταίξιμο. Ἔτσι δεν τοῦ χάλασε τό χατίρι, ἐπέτρεψε νά πεθάνει μέ βίαιο τρόπο ‐ ὅπως τοῦ τό εἶχε ζητήσει ‐ καί τόν πῆρε κοντά Του, χαρίζοντάς του μάλιστα καί λαμπρό στεφάνι γι' αὐτό του τό φιλότιμο!

       Ὁ ἄλλος, τέλος, ὁ πλεονέκτης, πού ἔχασε τά φλουριά κι ἔκανε τό φόνο, θά κολαζόταν γιά τήν πλεονεξία καί τή φιλαργυρία του. Τόν ἄφησε λοιπόν ὁ Θεός νά πέσει στό ἁμάρτημα τοῦ φόνου γιά νά πονέσει ἡ ψυχή του καί νά ἔρθει σέ μετάνοια. Μέ τήν ἀφορμή αὐτή ἀφήνει τώρα τόν κόσμο καί πάει νά γίνει καλόγερος!»

        Λοιπόν, ποῦ, σέ ποιά περίπτωση, βλέπεις νά ἦταν ἄδικος ἤ σκληρός καί ἄπονος ὁ Θεός; Γι' αὐτό στό ἐξῆς νά μήν πολυεξετάζεις τίς κρίσεις τοῦ Θεοῦ, γιατί Ἐκείνος τίς κάνει δίκαια καί ὅπως ξέρει, ἐνῶ ἐσύ τίς περνάς γιά ἄδικες. Γνώριζε ἐπίσης ὅτι καί πολλά ἄλλα γίνονται στόν κόσμο μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά λόγους πού οἱ ἄνθρωποι δέν γνωρίζουν. Κι ἔτσι τό σωστό εἶναι νά λέει ὁ καθένας: «Δίκαιος εἶ Κύριε, καί εὐθεῖαι αἵ κρίσεις σου.» (Ψαλμ. ΡΙΗ, 137).

Προσευχόμαστε καί περιμένουμε μέ πόθο καί ἀγωνία τή λύτρωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου